Vouliarati.com - Βουλιαράτι Δρόπολης -

Καλώς Ήρθατε στους Βουλιαράτες.

Καλώς Ήρθατε στους Βουλιαράτες

Βουλιαράτι 08.2017

Καφενείο Τα 4 Πλατάνια

Καλωσήρθατε στο "Vouliarati.com".

Ας ταξιδέψουμε όλοι μαζί στο χωριό της καρδιάς μας, στο χωριό των αναμνήσεών μας με κείμενα, άρθρα, φωτογραφίες από το παρελθόν. Ελάτε να "γλυκάνει" λίγο η ψυχή μας γυρνώντας τον χρόνο πίσω. Αν θέλετε κι εσείς να μοιραστείτε τις δικές σας αναμνήσεις, περιμένω κείμενά σας, φωτογραφίες, σχόλιά σας στο vouliarati@gmail.com

Είναι η πρώτη σας φορά εδώ;

Γεια σας, Για να έχετε πλήρη πρόσβαση στην ιστοσελίδα, θα χρειαστεί να δημιουργήσετε ένα νέο λογαριασμό:
Συμπληρώστε τη φόρμα Νέου λογαριασμού με τα δεδομένα σας.
Θα έχετε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσετε όλες τις δραστηριότητες και περιεχόμενα της ιστοσελίδας.

Η Φωτογραφία του Μήνα

Ο καφές και τα καφενεία έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή των Βουλιαρατινών. Τα παραδοσιακά καφενεία ήταν και είναι πάντοτε μέρος του πολιτισμού μας. Έτσι και το καφενείο του χωριού μου αποτελεί έναν ξεχωριστό χώρο στο χωριό.

H τοπική διάλεκτος του Βουλιαρατιού σε εικόνες

Απολαύστε τις εικόνες με τη τοπική διάλεκτο που σε πολλές περιπτώσεις θα θυμηθείτε φράσεις ξεχασμένες, αλλά και θα γελάσετε με τη ψυχή σας χάρη στο ιδιαίτερο λεξιλόγιό μας…

Studio 955 Τραγούδια από την Ήπειρο

Ιντερνετικο αγαπημενο σας ερασιτεχνικο ραδιοφωνο, μεσα απο τον κοσμο του ιντερνετ ,φερνει κοντα σας αγαπημενα Ηπειρωτικα τραγουδια,τραγουδια που αγαπαμε ,τραγουδια που με αυτα μεγαλωσαμε .τραγουδια που τραγουδαμε ακομα σημερα

Ακούστε το Studio 955

 

ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Το βορειοηπειρώτικο λεξικό δεν είναι πλήρης, αλλά ανανεώνεται συνεχώς. Η βοήθειά σας είναι πάντα καλοδεχούμενη και αν θέλετε στείλτε μας τις λέξεις σας στο Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Α.


αγάς

=

γαιοκτήμονας

αγγάρι

=

χώρος αποθήκευσης

αγγειό

=

κουζινικό σκεύος

αγγίδα

=

παρανυχίδα

αγγούρι

=

πεπόνι

αγιόκλιμα

=

διακοσμητικό φυτό

αγκούσα

=

φούσκωμα του στομαχιού

αγναντεύω

=

κοιτάζω μακριά

αγριάδα

=

είδος φυτού

αγρίλι

=

άγρια ελιά

Αη Δημήτρης

=

Οκτώβριος

αλάργα

=

μακριά

αλατουριασμένος

=

μπερδεμένος, χαμένος

Αλέξω

=

υποκ. της Αλεξίας ή της Αλεξάνδρας

αλησίβα

=

μίγμα από στάχτη και νερό για πλύσιμο ρούχων.

αλλιώτικα

=

διαφορετικά

αλουπού

=

αλεπού

Αλωνάρης

=

Ιούλιος

αμπάρι

=

ντουλάπι τοίχου που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση σιτιρών

αμπουλάντσα

=

ασθενοφόρο, ιατρείο

ανάριεψε

=

αραίωσε

ανάριο

=

αραιό

ανατσιριεύομαι

=

σιχαίνομαι

ανεργιάζεσαι

=

ονειρεύεσαι

Άνθη

=

υποκ. της Μαριάνθης

ανταμώνω

=

συνανταώ

άντζα

=

γάμπα

αντίκρυ

=

απέναντι

αντιρούτζιο

=

αντισκουριακό

αντραϊδα

=

άγριο φυτό

αντράλια

=

ζάλη

Αντριάς

=

Δεκέμβριος

αντρόενο

=

ζευγάρι

Αξιάρχης

=

Νοέμβριος

απαλό

=

το πίσω μέρος του κεφαλιού

απητόρες

=

προηγουμένως

απίδια

=

αχλάδια

αποσταίνω

=

κουράζομαι

αραντζάτα

=

αναψυκτικό

αργανιάζω

=

δέρνω

αρεντεύω

=

τρέχω

άρκα

=

τελάρο

άρμη

=

αλατισμένο νερό για την συντήρηση του τυριού

αρμούνια

=

συμβουλή

αρσίκης

=

λεβέντης

αρτζής

=

γύφτος

αστάκι

=

καλαμπόκι

αστάρι

=

φόδρα

αστόχησα

=

ξέχασα

αστραπούτσκαρος

=

δηλώνει μεγάλη έκπληξη, συνήθως αρνητική.

ατζιαμής

=

άπειρος, πρωτάρης

ατλάζι

=

μετάξι

ατομπούζι

=

λεωφορείο

αφόντες

=

από τότε

αφουγκράζομαι

=

ακούω, παρακολουθώ μια συζήτηση

Άφρω

=

υποκ. της Αφροδίτης

αφτού

=

εκεί «… βάλε το αφτού…»

αχαμνά

=

τα γεννητικά όργανα του άνδρα

αχούρι

=

καλύβα

 

 

Β.


Βάγγος

=

υποκ. του Βαγγέλη

βακούφι

=

εκκλησάκι

βάκρο

=

πρόβατο με πρόσωπο μαύρο

βαλέρα

=

μεγάλο βαρέλι

Βάνθω

=

υποκ. της Ευανθίας

βαρόλο

=

φόρμα εργασίας με τιράντες

Βάσος

=

υποκ. του Βασίλη

βάτα

=

θάμνοι

βέ

=

βρε

βελέντζα

=

φλοκάτη

βελόνια του κούκου

=

φυτό με καρπούς σαν βελόνα

βερβερίτσα

=

σκίουρος

βερβετσέλης

=

πειραχτήρι

βετούλι

=

κατσίκα ενός έτους

βετούρα

=

αυτοκίνητο

βίντσι

=

γερανός

βλαστερό

=

ξύλινη σφραγίδα για το αντίδωρο

βόζα

=

μεγάλο βαρέλι για αποθήκευση νερού

βολά

=

φορά

βολιέμαι

=

προσδιορίζομαι

βούζια

=

είδος φυτού με σκούρο μωβ ανθό.

βουλτιά

=

κόπρανα ζώου

βουρκόλακας

=

βρυκόλακας

βουρλός

=

τρελός

βρακανίδες

=

άγρια χόρτα φαγώσιμα

βρυσσάει

=

πηγάζει

βυζορούτι

=

σουτιέν (σπάνια χρησιμοποιείται)

 

 

Γ.


γαίμα

=

αίμα

Γάκης

=

υποκ. του Γιώργου

γαλάρα

=

ζώο την περίοδο μετά τη γέννα

γάστρα

=

1)μαγειρικό σκεύος, 2) γλυκό από ζύμη

Γγέλης

=

υποκ.του Βαγγέλη

γέγα

=

γίδα

γιάννικας

=

πασχαλίτσα

Γιαννούλα

=

υποκ. της Ιωάννας

γιαργούτι

=

γιαούρτι

γιαργουτόσπορος

=

γιαούρτι που χρησιμοποιείται για να πήξει το γάλα

γιατάκι

=

πάπλωμα

γινάτεψα

=

νευρίασα

γιόντζι

=

τριφύλλι

γιοργάνι

=

πάπλωμα

γιούκι

=

η προίκα της νύφης

Γιώτης

=

υποκ. του Παναγιώτη

γκάβαλα

=

κόπρανα ζώου (αλόγου, γαϊδάρου)

γκαβλιόρικο

=

τυφλός (μειονεκτικά)

γκαβόσκυλο

=

τυφλός (μειονεκτικά)

γκάγγος

=

ωραίος

γκάγκα

=

ηλίθια

γκαζέρα

=

μαγειρικο σκεύος που λειτουργει με πετρελαιο

γκαζέρμα

=

αποθήκη, κυρίως στρατιωτικού υλικού

γκαζερό

=

δοχείο μεταφοράς πετρελαίου για τη γκαζέρα

γκάζι

=

πετρέλαιο

γκαζιά

=

δέντρο του οποίου οι καρποί τρώγονται

γκάζια

=

ο καρπός της γκαζιάς

γκαζντάρι

=

μικρό σπιτάκι (περιφρονητικά) ή αποθήκη

γκαίμια

=

τα σκοινιά με τα οποία οδηγούμε το άλογο

γκαλίτσι

=

αρπακτικό (π.χ. τσακάλι)

γκαμπέλης

=

γύφτος

γκαντιφές

=

κοτλέ

γκάρα

=

αγώνας δρόμου

γκαρνέτο

=

κλαρίνο

γκάχας

=

βλάκας

γκέτες

=

καλσόν

γκίζα

=

τυροκομικό προϊόν

γκιζεράω

=

τριγυρνάω

γκιόκσι

=

στήθος

γκιούμι

=

δοχείο μεταφοράς νερού

γκλαβανή

=

καταπακτή

γκλαμπόφτης

=

αφτιάς

γκλάφας

=

βλάκας, ηλίθιος

γκλιγκάτσα

=

φυτό με έντονη δυσοσμία

γκογκοζιάρες

=

κόκκινες πιπεριές τουρσί

γκολφ

=

ζιβάγγο

γκομπίλας

=

άκομψος

γκομπλίτσα

=

δοχείο στο οποίο πίνουν νερό τα γουρούνια,

γκομπλίτσα

=

αποκαλούμε έτσι και τους κεφάλες

γκομπλίτσα

=

αποκαλείτο έτσι το αιδοίο

γκορόμηλα

=

άγρια μήλα

γκόρτσα

=

άγρια αχλάδια

γκορτσοκέφαλος

=

αυτός που έχει λεπτό λαιμό

γκορτσολέμης

=

αυτός που έχει λεπτό λαιμό

γκουγκούσης

=

μοναχικός

γκουγκουφτού

=

είδος πουλιού (πήρε τ’ όνομά του από τον ήχο του)

γκουζινιέτα

=

ρουλεμαν

γκουμένης

=

όνομα για σκύλους

γκούντουλα τα μπίντιλα

=

κατρακυλιζόμενο

γκουντουλιάρα

=

επιφάνεια σχετικά λείων βράχων με θετική κλίση προς το έδαφος

γκούσια

=

το σημείο κάτω απ 'το σιαγόνι

γκουστουρίτσα

=

σαύρα

γκουτζέλι

=

σπιτόσκυλο

γκριλώνω

=

γουρλώνω

γκριμάδι

=

συντρίμμι

γκριμπάτσι

=

υπερβολικό «ξύλο»

γκριμπόνα

=

μεγάλη τρύπα

γκριμπούνι

=

χοντροκέφαλος, ισχυρογνώμων.

γλέντι

=

πανυγήρι, συνεστίαση

γλίστρα

=

σκουλήκι της γης

γλογγιά

=

αγκαθοτώς θάμνος

γλούπος

=

στόμιο

γνέθω

=

στρίβω με τα δάχτυλα το μαλλί μετατρέποντας το σε νήμα

Γόλης

=

υποκ. του Γρηγόρη

γομαράγκαθο

=

φυτό με αγκάθια που τρώγεται απ' τα γαϊδούρια

Γόνη

=

υποκ. της Αντιγόνης

γούβα

=

τρύπα στη γη

γούρα

=

λακούβα

γουργιατό

=

ουρλιαχτό

γουργούλι

=

πειραχτήρι

γράδα

=

μοίρες

γρέντα

=

στύλος (συνήθως ξύλινος)

γρίβας

=

σταχτί άλογο

γρουμπάλι

=

σβώλος

γυρέυω

=

1)ψάχνω 2) ζητάω

 

 

Δ.


δαμάλι

=

μοσχάρι ενός έτους

δαρμός

=

ξύλο, το (από το ρήμα δέρνω)

δάρτι

=

1.δέρμα ζώου αποξηραμένο, 2.δέρνω πολύ "τον έκανα δάρτι"

δειλινό

=

απόγευμα

διαβαίνω

=

περνώ

διακονάρης

=

ζητιάνος

δίκαιρα

=

σύκα που γίνονται δύο φορες το χρόνο

διπλάρι

=

τμήμα της Δροπολήτικης στολής

δόκανος

=

φάκα

δοκίθηκα

=

προσδιορίστικα

δοκούμαι

=

προσδιορίζομαι

δουράω

=

αντέχω

δραμιάρικο

=

πολύ αδύνατος ( «… είσαι ένα δράμι-υποδιαίρεση της οκάς»

δράχτι

=

μέρος της ρόκας (βλέπε ρόκα)

 

 

Ε.


εβγα

=

βγες

έκα

=

κάτσε ( «…έκα λίγο να το ‘δώ…»)

έμπιος

=

πύον

εφταμηνήτικο

=

1) αυτός που γεννήθηκε κατόπιν 7 μηνών κύησης

εφταμηνήτικο

=

2)μικροκαμμομένος, αδύναμος

εψές

=

χθες το βράδυ

έω

=

ναί

 

 

Ζ.


ζαβό

=

1.τυφλός, 2.αυτός που δεν προσέχει (μεταφ.)

ζαγάρι

=

1)κυνηγόσκυλο, 2) αλήτης, όχι και τόσο αρνητική έννοια

ζαϊρές

=

σανό

ζαμπρανεύω

=

τριγυρίζω

ζαμπράνι

=

παλιόπαιδο, αλήτης

ζάντζα

=

νεύρο

ζατόρι

=

τρακτέρ

ζάφτω

=

ρίχνω, -ομαι

ζέκλο

=

αριστερό

ζεματούρα

=

φαγητό με φασολάδα και ψωμί μαζί βρασμένα

ζέπης

=

ονομα για σκύλους

ζέρβο

=

αριστερό

ζευζέκης

=

ανήσυχος

ζιαβόρι

=

χαλίκι

ζιάκα

=

μεγάλη υφασμάτινη σακκούλα από λινάτσα

ζιακαλιάζω

=

ζουλάω

ζιάπα

=

βατράχι

ζιαπλιακάκι

=

βλ.ζιάπα

ζιάω

=

ζώ

ζιντζίρι

=

φερμουάρ

ζιουπάω

=

πιέζω

ζιούριγμα

=

κάψιμο

ζιουρίζει

=

καίει

ζμπόδος

=

τρικλοποδιά

ζοκοπούρα

=

βρώμα (βρισιά)

ζόρκος

=

γυμνός

ζουλάπι

=

κατεργάρη (μεταφ.)

ζουλουμικιάρικο

=

γρουσούζικο

ζουρλός

=

τρελός

ζυγούρι

=

αρνάκι

ζωκοπάει

=

βρωμάει

ζωντόβολο

=

μικροκαμμωμένος και κακός άνθρωπος

 

 

Η.



Θ.


θαραπαύτηκα

=

ευχαριστήθηκα

θεμωνιά

=

αχυρώνας

θέρμη

=

πυρετός

Θερτής

=

Ιούνος

θιάμα

=

θαύμα, απίστευτο

θύρα

=

πόρτα

 

 

Ι.


ισιάδα

=

αλήθεια

ίσκινα

=

φυτική ύλη που χρησιμοποιείται για το άναμα φωτιάς

ίτσου

=

καθόλου

 

 

Κ.


καθάριο

=

σταρένιο, π.χ. "καθάριο ψωμί"

καθήκοντα

=

ασκήσεις των μαθητών για το σπίτι

κακαράντζα

=

κοπρανα ζώου (αρνιού, κατσικιού)

κάκο

=

θεία

καλαμίδι

=

πλάστης (με στενόμακρο σχήμα)

καλεντάρι

=

ημερολόγιο

καλέντζες

=

παιδικό παιχνίδι, το χρησιμοποιούμε και για να

καλέντζες

=

χαρακτηρίσουμε πολύ αδύνατα πόδια

καλέσης

=

άσπρο πρόβατο με μάυρα ρουθούνια

κάλεσμα

=

προσκλητήριο (κυρίως γάμου)

καλικατούρα

=

καρικατούρα

καλιμπούτσι

=

σπίτι που φτιάχνουν τα παιδιά για να παίξουν

Κάλιο

=

υποκ. της Καλλιθέας

καλούδια

=

καραμέλες, σοκολάτες, γλυκά, γενικά δώρα

καμάρα

=

χώρος μέσα στον τοίχο (σε σχήμα παράθυρου)

καμάρα

=

που χρησιμοποιείται σαν χώρος αποθήκευσης πραγμάτων.

κάμαρη

=

δωμάτειο ύπνου

καμαριέρης

=

σερβιτόρος

καμπερές

=

δίσκος σερβιρίσματος

καμπόσο

=

ότι είναι κάτι σπουδαίο

καμπρολάχανο

=

κουνουπίδι

καμπτζίκι

=

καμουτσικι, μαστίγιο

καμψιά

=

λίγο, λιγάκι («… είσαι καμψιά έξυπνος…;»)

κανατιέρα

=

μπλουζάκι με τιράντες

κανίσκι

=

γαμήλιο δωρο

κανίστρα

=

ψάθινη λεκάνι για ρούχα

καπάνταής

=

ψευτόμαγγας

κάπαρο

=

προκαταβολή

καπαρτίζομαι

=

περηφανεύομαι

καπότα

=

παλτό για βαρυχειμωνιά, φοριέται κυρίως από βοσκούς

καργιά

=

καρυδιά

καρδάρας

=

αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι

καρδάρι

=

δοχείο που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση του γάλατος μετά το άρμεγμα του ζώοου

καρέλι

=

το ξύλο πάνω στο οποίο είναι τυλιγμένη η κλωστή

καρκαλάει

=

απομένει

καρκαλιέται

=

κακαρίζει

κάρκαλος

=

πολύ δυνατός βήχας

κασκαντούρα

=

απελπιστικά άδειο

καστραβέτσι

=

1)αγγούρι 2) αποκαλούμε έτσι περιφρονητικά, κάποιον μικρό σε ηλικία

Κάσω

=

υποκ. της Κασιανής

καταραχιάς

=

άτακτος, ζημιάρης

καταχητό

=

καλύβι ζώου

κατίλης

=

βλ. καταραχιάς

κατράνι

=

μαύρο

κατσαρόλι

=

μικρό ( 1 λίτρου ) τσίγκινο δοχείο για τη μεταφορά γάλατος

κατσαφλιάκη

=

μικρός, χρησιμοποιείται υποτημητικά

κατσέτα

=

τα χτενισμένα μαλλιά

κατσιαματιάζω

=

σημαδεύω

κατσιδιάρης

=

του λείπουν όλα τα μαλλιά (συνήθως από αρρώστια)

κατσούπι

=

δερμάτινο δοχείο για τη μεταφορά γάλατος

Κάτω

=

υποκ. της Κατερίνας

κατώι

=

καλύβι ζώων

καφέτσι

=

μπρίκι του καφέ

κάχτα

=

καρύδι

κάψιαλο

=

καμμένο

κάψω

=

βρε

κένα

=

γκρίζα κατσίκα

κέντρο

=

διακοσμητικό πλεγμένο στο χέρι

κερατάς

=

πονηρός

κηλούγγι

=

είδος κασμά

Κής

=

υποκ. του Ηρακλή

Κιάκος

=

υποκ. του Κυριάκου

κικιρίκι

=

αποκαλούνται έτσι όλα τα λάδια εκτός του ελαιόλαδου

κίνα

=

ξεκίνα

κίνγκος

=

ωραίος, μάγκας

κιρκίρι

=

γρύλος

κίτερο

=

κίτρινο

κλάπας

=

βλάκας

κλειδωνιά

=

κλειδαριά

κλειτσάρα

=

βήμα

κλειτσουνάρι

=

το πόδι υποτιμητικά

κλιάει

=

κλείνει

κλίμα

=

κλιματαριά

κλιούπι

=

καφενείο

κλωνάρι

=

κλαρί

κλωνί

=

σπίρτο

Κόλιας

=

υποκ. του Νικόλα

κολιτσίνα

=

παιχνίδι της τράπουλας

κολλημένος

=

αδύνατος

κόντες

=

αυγά από ψύρες

κόντισμα

=

εικόνα

κοπερατίβα

=

συναιτερισμός

κόπστι

=

νηπειαγωγείο

κόρδωμα

=

τέντωμα, λέγεται έτσι και η αντρική στύση

κορίτα

=

το μέρος που πίνουν νερό οι κότες (συν. πέτρινο)

κορκάρι

=

μικρά κρεμμύδια που φυτεύονται για την αναπαραγωγή του είδους

κόρμα

=

1.αρρώστια των προβάτων 2.τεμπέλης (μεταφ.)

κόρτσες

=

παράσιτα σαν τις ψείρες

κόσα

=

γεωργικό εργαλείο

κοτσίλι

=

μικρό μαχαίρι

κουτσούπι

=

ό,τι απομένει από το δέντρο αφού το κόψουμε

Κώτσιος

=

υποκ. του Κώστα

κουϊντάλι

=

εκατό κιλά

κουκουλίτσα

=

μανιτάρι

κουκουμάτσιο

=

κουκουβάγια

κουλιάς

=

διωκώμενος (απ’ τους κομμουνιστές)

κουλτούκι

=

καναπές, πολυθρόνα

κούμπουλα

=

κορόμηλα

κουρκούτας

=

αυτός που δε μιλάει καθαρά

κουρκούτι

=

χυλός

κουρκουτιάζω

=

μπερδεύω

κουρκουτόπιτα

=

πίτα με χυλό και κομμάτια τυριού

κουτούζικο

=

κουτός

κουτσουπιά

=

είδος δέντρου με μωβ ανθό

κουφολάχανο

=

φαγώσιμο χόρτο

κοψιά

=

κομμάτι μαγειρεμένου κρέατος

κρακ

=

καθόλου

κράνι

=

1)καρπός δέντρου (κρανιάς) 2) αποκαλείται έτσι και το αιδοίο

κρατημένος

=

δυσκίνητος, παράλυτος

Κράτης

=

υποκ. του Σωκράτη

κρένω

=

μιλάω

κρίγγαλο

=

πολύ σκληρό

κρισάρα

=

σίτα

κρόδα

=

1.βρωμιά, 2.λερωμένος, -η, -ο

κροδιάρης

=

λερωμένος

κρόθα

=

η κόρα του ψωμιού

κυβούρι

=

μνήμα

κυπρί

=

κουδούνι

κωλοφωτιά

=

πυγολαμπίδα

 



Λ.


λαγγιόλι

=

μέρος της δροπολίτικης στολής

λαγγόνι

=

το σημείο πίσω απ 'το νεφρό

λάγιο

=

1)μαύρο πρόβατο, 2) αποκαλείται έτσι και ο μελαχρινός

λαγούμι

=

μικρό κανάλι δίπλα σε τοίχο

λαθίρο

=

παρδαλή κότα

λάκος

=

ρέμα

λαμνάτος

=

γυμνός

λάμπα

=

λάμπα πετρελαίου

λαμπατσίδες

=

πυγολαμπίδες

λανάρι

=

ξύλινο εξάρτημα με δύο μεταλλικές επιφάνειες για την επεξεργασία μαλλιού

λάπας

=

αφτιάς

λάπατα

=

χόρτα φαγώσιμα

λαπούσης

=

αφτιάς

λάστιχο

=

σφεντόνα

Λέας

=

υποκ. του Αχιλέα

λέκια

=

λεφτά

λέρα

=

1.βρωμιά, 2.μέρος οπού πίνουν νερό τα ζώα

λεφτόκαρα

=

φουντούκια

Λέως

=

υποκ. του Λεωνίδα

λιαβατρίτσε

=

πλυντήριο

λιάζομαι

=

κάθομαι στον ήλιο

Λιάκος

=

υποκ. του Ηλία

Λιάνης

=

υποκ. του Στυλιάνη

λιάρος

=

γαλανός

λιάσα

=

εξωτερική πόρτα πρόχειρα φτιαγμένη

λίγδα

=

το λίπος του χοιρινού που χρησιμοποιείται για μαγειρική

Λίγια

=

υποκ. της Ευταλίας

λιγκρί

=

λιρί

λιθάρι

=

πέτρα

Λίκα

=

υποκ. της Βασιλικής

λιμπά

=

ανδρικά γεννητικά όργανα

Λιόλης

=

υποκ. Γιώργου

Λιόλια

=

υποκ. 'Ολγας

λιόντζια

=

βεράντα

λιοτήρι

=

λιόσπορος

λίωνομαι

=

ξαπλώνω

λόϊνο

=

μπλε, γαλάζιο

λουλάκιασε

=

μελάνιασε

λουρίδα

=

ζώνη

λυκούνι

=

θηρίο (μεταφ.)

 

 

Μ.


μαγειριό

=

κουζίνα

 

μαγκούφης

=

πονηρός

 

μαϊμούνι

=

παλιόπαιδο

 

μακαράς

=

το μάτσο με την κλωστή

 

μαλαγάνα

=

πονηρός

 

μαλακύθρα

=

μαλάκας

 

μαλέκο

=

θεία μεγάλης ηλικίας

 

μαλέσικο

=

τριχωτός

 

μαλλιά

=

αποτυχία «… μαλλιά, τίποτα δεν κερδίσαμε…»

 

Μάλλω

=

υποκ.της Αμαλίας

 

μαλτέζικο

=

1.αφτιάς (μεταφ.), 2.ράτσα ζώου

 

μαμάτσα

=

ψωμί από καλαμπόκι

 

μαντάτο

=

ανίκανος άνθρωπος, χαζός, αδυνατει να διεκπαιρεώσει οποιαδήποτε εργασία

 

μαντάτο

=

ανίκανος άνθρωπος, χαζός, αδυνατει να διεκπαιρεώσει οποιαδήποτε εργασία

 

μαντέμι

=

χώρος απ' τον οποίο προμηθευόμαστε πέτρες. Επίπονη διαδικασία το άνοιγμα του μαντεμιού.

 

μαντζάνα

=

μελιντζάνα

 

μαντζάνας

=

μυταράς

 

μαντζάτο

=

αποκαλείτε συνήθως το ισόγειο διπλόπατου σπιτιού.

 

μαξούς

=

επίτηδες

 

μαραγκιασμένο

=

μαραμένο

 

μαραγκούλα

=

μαραμένο σύκο

 

μαργομένος

=

κοιμισμένος, μαγεμένος

 

μαρκιέμαι

=

μοιρικάζομαι

 

μασιά

=

σπάτουλα που χρησιμοποιείται για να βγάζουμε τα ψωμιά απ' το φούρνο

 

μασκαράς

=

παλιάνθρωπος

 

μασκαρόλογα

=

χυδαία λόγια

 

μάστα

=

μάζεψέ τα

 

μαστάκι

=

ακρίδα

 

μαστάρια

=

ο μαστός της αγελάδας ή της γίδας

 

μαστίτσιο

=

ψαρόκολλα

 

μαστραπάς

=

κανάτα για νερό

 

ματαράς

=

δοχείο για μεταφοραά υγρών

 

ματούφας

=

1.ακούρευτος 2.ηλικιωμένος

 

ματσιαλάω

=

μασάω

 

ματσί

=

γατάκι

 

μαυλώ

=

καλώ τα κατοικίδια ζώα

 

μαύρος

=

κακομοίρης

 

μελοπαρμένο

=

άμυαλο

 

μελοχαμένο

=

μελό(=μυαλό) – χαμένο

 

μέντζα

=

μαγειρίο

 

μερμάγκα

=

αράχνη

 

Μήτσης

=

υποκ. του Δημήτρη

 

μηχανή

=

1)αυτοκίνητο, 2) ξύστρα

 

Μίγια

=

υποκ. της Ευθυμίας

 

άγριος καρπός-μικροσκοπικός-δέντρου (φαγώσιμος)

=

άγριος καρπός-μικροσκοπικός-δέντρου (φαγώσιμος)

 

Μίλτης

=

υποκ. του Μιλτιάδης

 

μιντέρι

=

καναπές

 

μιντζίρι

=

περίεργο

 

Μίχος

=

υποκ. του Μιχάλη

 

μο

=

ω, (κλητική)

 

μολιά

=

βρισιά, μολυσμένος, βρώμικος

 

μοτόρι

=

μηχανή

 

μότσι

=

βαριεστημένος

 

μουαμπέτι

=

κουβέντα, συζήτηση

 

μούκας

=

1.ακαμάτης, οκνηρός 2.παιχνίδι όπου ο παίκτης καλείται να ρίξει

 
 

=

(να «πάρει») ένα πετρινο κομματάκι(«μούκας») όπου είναι τοποθετημένα κέρματα

 

μουμούδι

=

οκνηρός

 

μούρες

=

βατόμουρα

 

μουρούζικο

=

χαμηλοβλεπών

 

μουσαμάς

=

ναϋλον

 

μούσγκωσε

=

νύχτωσε

 

μούσγκωσε

=

νύχτωσε

 

μουσουμπέτικο

=

1.ο έχων τάσεις προς ανάπτυξη βεντέντας, 2.καρφώνει πισώπλατα

 

μουστερής

=

πελάτης

 

μουτεύω

=

1.μαδάω, 2. νικάω (μεταφ.)

 

μουτρούνα

=

1. αγκαθωτό χόρτο που το τρώνε οι αγελάδες 2. χοντρή γυναίκα

 

μουτσιάλα

=

πλημμύρα

 

μπαϊρι

=

μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού

 

μπακούλα

=

μικρό σακκί

 

μπάλα

=

κούτελο

 

μπαλιάσης

=

με ασπρόμαυρες βούλες

 

μπαλίκο

=

ονομα για σκύλους

 

μπάλιος

=

ονομα για σκύλους

 

μπάμπο

=

γριά

 

μπανταλομάρες

=

ανοησίες

 

μπαρμπούνια

=

φασολάκια

 

μπαρτσολέτα

=

ανέκδοτα

 

μπάσι

=

στενόμακρο ξύλινο κάθισμα για πολλά άτομα

 

μπαστί

=

μπάσταρδο

 

μπάστι

=

στοίχημα

 

μπατανία

=

κουβέρτα

 

μπαφίλι

=

τενεκές

 

μπέης

=

γαιοκτήμονας

 

μπέϊκα

=

πρόβατο με πρόσωπο άσπρο

 

μπέλλο

=

κάτασπρα μαλλιά

 

μπέμπα

=

παιχνίδι της τράπουλας

 

μπεξής

=

φύλακας

 

μπερμπετσούλης

=

αδύναμος σωματικά και οικονομικά

 

μπερούτσα

=

μάλλινο επανωφόρι

 

Μπία

=

υποκ. της Ολυμπίας

 

Μπίλια

=

υποκ. της Ελπίδας

 

μπίμι

=

εύσωμος άνθρωπος, όνομα γουρουνιών

 

μπιμπίκι

=

είδος κουδουνιού

 

μπίμτσα

=

υπόγειο (για συντήρηση ευπαθών τροφίμων)

 

μπινιώτα

=

κατσαρόλα

 

μπιντόνι

=

δοχείο για μεταφορά υγρών

 

μπιρπίλι

=

σφυρίχτρα

 

μπίστα

=

ουρά

 

μπιστικάλι

=

αλογοουρά

 

μπίτισε

=

τελείωσε

 

μπιτισμένο

=

καημένος, κακόμοιρος

 

μπιτσιλιάκος

=

σκορπιός

 

μπιτσιμισούζικο

=

βλ. σουισούζικο

 

μπιχλιμπίδια

=

μικροπράγμτα, στολίδια, ή και ψεύτικα κοσμήμτα

 

μπλέτσωσα

=

χώρτασα

 

μπογκάτσα

=

γλυκό ψωμί

 

μπόγλικο

=

μπόλικο, άφθονο

 

μποκανίκια

=

δώρο για το νεογέννητο

 

μπολεύω

=

μετατρέπω ένα δέντρο σε άλλο

 

μπόλι

=

το σημείο στο οποίω γίνεται το μπόλεμα

 

μπόλια

=

βρασμένο καλαμπόκι

 

μπομπότα

=

ψωμί από καλαμπόκι

 

μπονόρα

=

αυγή, ξημέρωμα

 

μποντίλια

=

μπουκάλα

 

μπόρτζι

=

χρέος

 

μπόσικο

=

κενό, ελλειπή

 

μπότι

=

δοχείο προς τήρηση πόσιμου νερού

 

μπουζέλης

=

με μεγάλα χείλη

 

μπούζια

=

χείλη

 

μπουζκούκι

=

κραγιόν

 

μπουκέρι

=

πολυβολείο

 

μπούλα

=

προστατευτικό για το κεφάλι απ' τον ήλιο

 

μπουμπουνάω

=

1.βροντάω 2.λέω άτοπα λόγια ή κουβέντες

 

μπουνταλάς

=

βλάκας

 

μπούντενα

=

πήλινη στάμνα

 

μπουρέκι

=

πίτα

 

μπουρμπούτσαλα

=

κόκκινοι καρποί της γλογγιάς

 

μπουσιουλίκα

=

καρπός δέντρου που χρησιμοποιείται και για παιχνίδι

 

μπούτσι

=

καλό

 

μπούτσιρο

=

ωραίο

 

μπουφές

=

σύνθετο

 

μπουχάρι

=

ο εσωτερικός χώρος του τζακιού, που βάζουμε τα ξύλα

 

μπρούσια

=

θράκα

 

μπρουχαλέτσικο

=

άτομο ευάλωτο στις αρρώστιες, που συχνά βήχει

 

μύλος

=

μηχάνημα αλέσματος καφέ

 

μυρίορυμο

=

κακόμοιρο

 
 

 

Ν.


Νάκος

=

υποκ. του Νικόλα και του Γιάννη

ναπολιόνι

=

παλιό εκατοστάρικο

Νάσιος

=

υποκ. του Θανάση

Νάστα

=

υποκ. της Αναστασίας

Νάτσης

=

υποκ. του Θανάση,

ναύτα

=

νεύτη

νεφτήρα

=

φορητός νηπτήρας

νίλα

=

ζόρι

νιογλεντζιές

=

άτομο, νεαρής ηλικίας, που του αρέσει και ξέρει να γλεντάει.

νοματέοι

=

άτομα

νταβιτζής

=

αυτός που κάνει κουμάντο

νταγιάκι

=

μεταφ. δαρμός, "ξύλο"

ντάκος

=

κριός

νταλάκι

=

δηλητήριο

νταμάσκο

=

κάλλυμα καναπέδων

ντάμπαρο

=

ορθάνοιχτα

νταμπίνα

=

κοπάνι σταφύλι

νταμπλάς

=

1.ηλίθιος 2.μεγάλη έκπληξη (μεταφ.)

νταμπούκι

=

«ψόφιος»

ντανταρούκι

=

τσαμπουκάς, ψευτόμαγκας

νταούλας

=

ξεροκέφαλος [έχει το κεφάλι σαν το νταούλι]

ντασκί

=

φυλακτό

ντάτσο

=

αυτός που έχει ξυρισμένο κεφάλι

νταψιά

=

πέσιμο

ντεκοράτο

=

παράσημο

ντελικάτο

=

ευαίσθητο

ντενεκούλι

=

ποταπός

ντεντές

=

τεμπέλης

ντέπος

=

αποθήκη

ντερβένι

=

κεντρικός δρόμος

ντερζί

=

κακόμοιρος, καημένος

ντερμπεντέρης

=

ανοικοκύρευτος

ντερτιλής

=

μερακλής

ντεψί

=

ταψί

ντιβέτσι

=

κουζινικό σκεύος, μικρό ταψί

Ντίνης

=

υποκ. του Κωνσταντίνου

ντίου ντάου

=

παιδικό (επικίνδυνο) παιχνίδι

ντίπου

=

καθόλου

ντίπυ

=

τελείως

ντότι

=

εύκολα (πχ δεν μπόρεσα ντότι να πάω)

ντουγραμάς

=

1.σανίδα 2.αμόρφωτος («… είναι ντουγραμάς…»)

ντουμάνι

=

έντονος καπνός

ντουμπετσιάζω

=

δέρνω

ντουμπίτσι

=

ξυλοδαρμός

ντουντούνα

=

σκληρό φύλλο χλωρού κρεμμυδιού-φορέας του σπόρου του

ντουφεκισμένος

=

κακόμοιρος

ντούφι

=

ιδιοτροπία

ντραγκατζίκα

=

καραβάνα φαγητού

ντρεβενίτσα

=

δοχείο νερού

Ντρέκος

=

υποκ. του Αντρέας

ντριμόνι

=

σουρωτήρι (μεταφ.)

ντρουμπέκι

=

ξύλινο δοχείο για αποβουτήρωση γάλακτος

 

 

Ξ.


ξάχαλο

=

όχι ιδιαίτερα ικανό άτομο

ξαχλιάζω

=

διασκεδάζω

ξεβεντιάζω

=

δοκιμάζω

ξεθρεμίζω

=

αποδυναμώνω

ξεθώνισε

=

χάζεψε

ξεκάλτσωτος

=

ξυπόλυτος

ξελαμνώνω

=

ξεγυμνώνω

ξελαφιάζω

=

ξεκουφαίνω

ξεμπινιάρικο

=

αλήτης

ξεπαστρεύω

=

καθαρίζω, αποδεκατίζω

ξεσυνέρεια

=

ανταγωνισμός

ξεφάλωτη

=

γυναίκα χωρίς μαντήλι στο κεφάλι

ξιάω

=

ξύνω

ξίγκι

=

λίπος

ξίκι

=

περριτό, μη θεμιτό («…δεν το θέλω, να μου γίνει ξίκι…»)

ξιούρας

=

αλλοπαρμένος

ξοδικιά

=

ξωτικό (συνήθως γυναικείας μορφής)

ξόδρεμα

=

στραβοκατάπωση

ξολαλάω

=

λέω αηδίες

ξόμπλι

=

περιέργως ηλίθιος, εκτός τόπου και χρόνου

ξυλοκρέββατο

=

φορείο

 

 

Ο.


οβίρα

=

σημείο σε ποταμό που σε παρασύρει προς τα μέσα

οβορός

=

τοίχος

οκάρα

=

δοχείο φύλαξης υγρών

Όνι

=

υποκ. της Ερμιόνης

όντας

=

όταν

 



Π.

 

Ρ.

 

Σ.


σύσταση

=

διεύθυνση

σφρέκλα

=

φαγώσιμα χόρτα

 



Τ.


τάβλα

=

το σημείο που ρίχνουν την τροφή των ζώων

ταμάμ

=

ακριβώς (ταιριάζει ταμάμ)

ταράντζες

=

τιράντες

ταρτακουλιάζω

=

κρυώνω υπερβολικά

Τάσιω

=

υποκ. της Αναστασίας

τελεβιζόρι

=

τηλεόραση

τελέφι

=

πολύ κουρασμένος

Τέλης

=

υποκ. του Αριστοτέλη

τέντα

=

λαστιχάκι

τεντέλα

=

δαντέλα

τέντζερη

=

κατσαρόλα

τεριτάλι

=

είδος υφάσματος

τζιάνι

=

καλός

τζανιασμένο

=

μαραμένο και ταυτόχρονα σκληρό

τζαντές

=

κεντρικός δρόμος

τζαρμπί

=

ρούχο μικρής αξίας

τζιακαμέντο

=

μπουφάν

τζιάπα

=

τσάμπα

τζιαρούχι

=

λάχανο

τζιβλιόρικο

=

αυτός που τζιβώνει τα μάτια (βλέπε τζιβώνω)

τζιβώνω

=

κλείνω το μάτι (τικ)

τζίγγι

=

χαρτοπαίγνιο

τζιερεμές

=

άχρηστος

τζιερμπούνι

=

κοράκι

τζινάω

=

πειράζω

τζίνια

=

αγκάθια

τζινκς

=

τζιν

τζιοβόρι

=

1.πρόχειρο χτίσμα 2.αμώρφοτος (μεταφ.)

τζιοβοριάζω

=

στήνω πρόχειρα έναν τοίχο

τζιόκο

=

τζόγος (απόκλιση απ’ το κανονικό)

τζιομπόκι

=

χοντρό κλαδί δέντρου που προεξέχει. Αποκαλούμε κάποιον

 

=

δυσκίνητο περιφρονητικά

τζιόμπος

=

καρούμπαλο

τζιούπι

=

μπουφάν

τζιουράπι

=

κάλτσα

τζούνα

=

επίπληξη, «τιμωρία», έπαθλο(σκορ)παιχνιδιού

τζουτζουκώνω

=

τουρλώνω

Τίδης

=

υποκ.του Αριστείδη

τορόνι

=

μαύρος χαλβάς

τουλάτσης

=

καράφλας

τούλι

=

πολύ ψιλό είδος υφάσματος

τουλούπα

=

1.η συνολική ποσότητα μαλλιού που τοποθετείτε στη ρόκα

 

=

2. νιφάδα χιονιού

τούμπο

=

σωλήνας

τουρί

=

το πρόσωπο

τουρκί

=

μεταλικό στεφάνι που συγκρατεί τα βαρέλια

τουρτουλίδα

=

τρελλός, ασόβαρος

τούτα

=

πυτζάμα

τράβλιακας

=

τραβλός

τραϊ

=

τράγος

τραπάτσαλο

=

απρόσεκτος

τραπουζάνα

=

νταμιτζάνα

τρεντελίνα

=

1) κίτρινο φυτό. 2) αποκαλούμε έτσι κάποιον πολύ αδύνατο

τρεπελιές

=

περπατάει πηγαίνοντας δεξιά και αριστερά (π.χ.λόγω μεθυσιού)

Τρίγος

=

Σεπτέμβριος

τρίμματα

=

ψίχουλα

τριμπούνα

=

εξέδρα

τρίποδο

=

ξύλινο κατασκεύασμα πάνω στο οποίο κόβονται τα ξύλα

τρίτσα

=

τρίλιζα (παιχνίδι)

τριτσίκλι

=

τρίκυκλο

τσάβαλο

=

ρούχο

τσαγκάδα

=

η προβατίνα που χάνει το αρνί της μετά τη γέννα

τσιαγούλι

=

πηγούνι

τσακάτω

=

κάτω

τσάκινο

=

ψιλό ξυλαράκι (συνήθως χρησιμοποιείται για προσάναμα)

τσιακομάκι

=

αναπτήρας

τσαμπουνάς

=

όταν κάποιος λέει ανοησίες

Τσιάντα

=

υποκ. της Αλεξάνδρας

τσαντζαρόνομαι

=

παίρνω τα πάνω μου

τσαπάνω

=

πάνω

τσαπκίνα

=

τσαχπίνα

τσαρακλάνι

=

ασήμαντος άνθρωπος

τσαφτού

=

από ‘κεί

Τσέας

=

υποκ. του Οδυσσέα

τσεδώ

=

από ‘δώ

τσεκί

=

πιο ‘κεί

Τσιένη

=

υποκ. της Πολυξένης

τσιμερώνω

=

τρώω (πολύ αρνητική έννοια)

τσενομένο

=

αδύνατος

τσιεντράλι

=

κεντρική μονάδα παροχής ρεύματος

τσέργα

=

φλοκάτη

Τσιέφος

=

υποκ. του Στέφου

τσιεφτές

=

δίκανο

τσιά

=

σπίθα

Τσιάβος

=

υποκ. του Σταύρου

τσιαλοκόπα

=

αγροτικό κοπτικό εξάρτημα (κυρίως για κοπή ξύλου)

τσιαπαλιάζω

=

λιώνω

τσιάπι

=

βήμα

τσιατή

=

σκεπή

τσιάφνι

=

η πρωινή παγωνιά, κυρίως, πάνω σε γρασίδι

τσιβούρα

=

σκάσιμο των χεριών απ το πολύ κρύο

τσίκα

=

λίγο

τσίκσε

=

φύγε από ‘δώ

Τσίλης

=

υποκ. του Βασίλη

τσίλικο

=

καινούργιο

τσιλιτούρα

=

τσέρλα

τσίμες

=

γαύρος

τσιμπίδα

=

πένσα

τσιμπιδάκι

=

μανταλάκι

τσίντζα

=

σταγόνα

τσίντζας

=

άτομο αδύναμο

τσιντζίρι

=

τζιτζίκι

τσιοκάνι

=

σφυρί

τσιοκλάνι

=

τσόγλανος

τσίου - τσίου

=

πολυστερίνη

τσιούκα

=

το αντρικό μόριο

τσιουρούκικο

=

τρωτό

τσιουτέρι

=

μικροπρόσωπος, ζούδιο

τσιροπούλι

=

1. τσίρος 2. σπουργίτι

τσιστέρνο

=

δεξαμενή

τσίτα

=

μικρό καρφί

τσιφούτης

=

τσιγκούνης, εβραίος

τσιφτιλίτικο

=

αλήτης με καταστροφικές τάσεις

τσόκαλο

=

το εσωτερικό ξυλό του καλαμποκιού

τσολάω

=

χτυπάω μέχρι να διαλύσω κάτι (να το ισοπεδώσω)

τσότσκα

=

φύτρα μαλλιών

Τσότσο

=

υποκ. της Σοφίας

τσούνιος

=

άτομο αδύνατο

τσώπα

=

σώπασε

 



Υ.


υγρό

=

στυλό

 



Φ.


φασκιά

=

σκοινί με το οποίο δέναμε τα σπάργανα

φασκιώνω

=

δένω το μωρό με τη φασκιά

φασουλίζω

=

1) βάζω κάποιον στη θέση του 2) τα κάνω χάλια

φέγγει

=

χαράζει

Φίγια

=

υποκ. της Ιφηγένειας

φιασίδι

=

κραγιόν

Φίγω

=

υποκ. της Φιγαλίας

φιδορούτι

=

το πουκάμισο του φιδιού (αυτό που αλλάζει)

φίντες

=

τακουνάκια, κόλπα γενικώς

φλαμπόθηκα

=

τυφλώθηκα ή από ζαλάδα ή από τον ήλιο

φλαστάρι

=

όμορφος

φλεντζουρίδα

=

κοφτερή και μικρή πέτρα

φλέστρα

=

το κάλυμα των φασολιών που απομένει μετά την διαλογή τους

φλετουρίδα

=

πεταλούδα

φλετούριξα

=

πέταξα

φλοέρα

=

το καλάμι του ποδιού

φόλα

=

το μέρος της σφεντόνας που κρατάει την πέτρα

Φώνη

=

υποκ. της Περσεφόνης

φορέματα

=

ρούχα

φούκσης

=

προδότης, καρφί

φουργκάτσια

=

το (ξύλινο) μέρος σε σχήμα Υ της σφεντόνας

φούρκα

=

ξύλο με διχάλα στην κορυφή που χρησιμοποιείται να ισσοροπίσει

 

=

το βάρος σε φορτία ζώων

φους - φους

=

μπουφάν, αδιάβροχο

φούσια

=

1.γήπεδο ή αγρόκτημα 2. το μηδέν του ντόμινο

φουσκή

=

κοπριά

φρίγγο

=

καινούριο

φριγκοριφέρι

=

ψυγείο

φτασιάρικο

=

φωνακλάς

φτελιά

=

είδος δέντρου με μωβ ανθό

Φτέλιω

=

υποκ.της Ευταλίας

φτενό

=

λεπτό

φτενούγιες

=

φαγώσιμο χόρτο

φτουράω

=

αντέχω

Φτύχω

=

υποκ. της Ευτυχίας

φυτευτήρα

=

γεοργικό εργαλείο με το οποίο ανοίγουν τρύπες για το φύτεμα

Φώτος

=

Φώτης

 



Χ.


χαγιάτα

=

σκέπαστρο εξώπορτας

χαλεπά

=

ψάχνοντας

χαλές

=

1.τουαλέτα, 2.βρισιά: «είσαι χαλές»

χαλεύω

=

ψάχνω

χαμπέρι

=

είδηση, νέο

χαντζιάρι

=

μαχαίρι μεγάλο

χάπατο

=

χαμένος

χάπι

=

φλέμα

χαραμοφάης

=

άχρηστος, ακαμάτης, τεμπέλης

χαρχάγγελος

=

ενοχλητικό άτομο

χασικλής

=

χαμένο κορμί, κατεστραμμένος

χασωφεγγιάρικο

=

χλωμός, αδύνατος

χατίλια

=

το κενό μετξύ σκεπής και ταβανιού

χάφτας

=

χαζός (χάφτω=χαζεύω, κοιτάζω παθητικά)

χάχας

=

γελάει δίχως λόγο

χαψιά

=

μπουκιά

χέσκας

=

δειλός

χλαπακιάζω

=

τρώω

χολέρα

=

αποκαλούμε έτσι τον βρώμικο, τον κακό, τον ψυχικά βρώμικο

χολιάζω

=

στεναχωριέμαι

χουλιάρι

=

κουτάλι

χουμπούλι

=

απευθυνόμαστε σε κάποιον έτσι για να του πούμε

 

=

να προβεί σε στρουθοκαμηλισμό

χρουσούζικο

=

γρουσούζικο

χτικιό

=

φυματίωση

χτυπάρι

=

κατασκεύασμα από ξύλο βουζιάς με το οποίο εξφενδονίζουν μελικόκια

 

 

Ψ.


ψαλίδα

=

δοκάρι στήριξης της σκεπής

ψαχουλεύω

=

ψάχνω

ψεματούρα

=

μεγάλο ψέμα

ψες

=

χθες το βράδυ

ψευτούρης

=

ψεματιάρης, ψεύτης μεγάλος

ψηστήρι

=

μηχάνημα με το οποίο ψήνετε ο καφές

ψιά

=

λίγο

ψίχα

=

λίγο

 



Ω.


ω

=

άρθρο προσφόνησης (π.χ. ω Νίκο)

ώρα

=

ρολοϊ

 

 

Βορειοηπειρώτικο λεξικό με λέξεις που ανανεώνονται καθημερινά. 

Με πλήρη σεβασμό στους συγχωριανούς μας, στις ρίζες,

τη σημασία και την έννοια των παραπάνω λέξεων!

 

Από την Ιστοσελίδα Χωριού Ζερβάτι

www.zervati.gr

Επιχειρήσεις συγχωριανών
Στηρίζουμε ανεπιφύλακτα επιχειρήσεις συγχωριανών και φίλων μας σ όλο τον κόσμο.

Σχετικά με εμάς

Ανάπτυξη - Υποστήριξη: Σπύρος Μπ. και όποιος ΕΠΙΘΥΜΕΙ
Φωτογραφίες μας εχουν παραχωρηθεί από τους: Σπύρος Μπ., Φωτεινή Μ., Χριστίνα Γκ., Γιώργος Ζ., Δημήτρης Μπ., Πολυξένη Λ., Κωνσταντίνα Δ., Ευανθία Μπ., Αλέξανδρος Μπ., Γιώργος Γκ., Λευτέρης Κ., Ηλιάς Μπ.,  Κοινώτητα Δροβιανητών.
Η εγγραφή είναι απαραίτητη για να δείτε τα στοιχέια